oeuvre
oeuv
ˈɜ:v
ēv
re
swerveunnervereservenerve
œuvre

Ορισμός και σημασία του "oeuvre"στα αγγλικά

01

έργο

the collection of artistic or literary works produced by a particular painter, author, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oeuvres
Παραδείγματα
The museum's retrospective showcased the entire oeuvre of the renowned painter, highlighting his evolution over four decades. 

Η αναδρομική έκθεση του μουσείου παρουσίασε ολόκληρο το έργο του διακεκριμένου ζωγράφου, τονίζοντας την εξέλιξή του σε τέσσερις δεκαετίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store