Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oddity
01
παραδοξότητα, ιδιομορφία
something unusual -- perhaps worthy of collecting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oddities
02
παραδοξότητα, ιδιομορφία
the state of having peculiar, unusual, or strange trait or characteristic
03
παραδοξότητα, ιδιομορφία
eccentricity that is not easily explained



























