oddity
o
ˈɒ
ο
ddi
ντι
ty
ti
τι
commodity

Ορισμός και σημασία του "oddity"στα αγγλικά

01

παραδοξότητα, ιδιομορφία

something unusual -- perhaps worthy of collecting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oddities
02

παραδοξότητα, ιδιομορφία

the state of having peculiar, unusual, or strange trait or characteristic 
03

παραδοξότητα, ιδιομορφία

eccentricity that is not easily explained 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store