Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oculist
01
οφθαλμίατρος, οφθαλμολόγος
a healthcare professional specializing in the diagnosis and treatment of eye disorders
Παραδείγματα
The oculist conducted a thorough examination of the patient's eyes to assess their vision and identify any potential issues.
Ο οφθαλμίατρος πραγματοποίησε μια ενδελεχή εξέταση των ματιών του ασθενούς για να αξιολογήσει την όρασή του και να εντοπίσει τυχόν πιθανά προβλήματα.
02
οφθαλμίατρος, οφθαλμολόγος
a medical doctor specializing in the diagnosis and treatment of diseases of the eye
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oculists
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
oculist
ocul



























