ocean current
o
ˈəʊ
ew
cean
ʃən
shēn
cu
ka
rrent
rənt
rēnt

Ορισμός και σημασία του "ocean current"στα αγγλικά

01

ωκεάνιο ρεύμα, θαλάσσιο ρεύμα

a continuous, directed movement of seawater in a specific pattern or direction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ocean currents
Παραδείγματα
The ocean current carried the debris across the Pacific Ocean. 

Το ωκεάνιο ρεύμα μετέφερε τα συντρίμμια στον Ειρηνικό Ωκεανό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store