Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
The ocean
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oceans
Παραδείγματα
She enjoyed the stunning view of the ocean from her balcony.
Απολάμβανε την εντυπωσιακή θέα του ωκεανού από το μπαλκόνι της.
02
ωκεανός, άβυσσος
anything apparently limitless in quantity or volume
Λεξικό Δέντρο
oceanic
oceanic
ocean



























