Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oblong
01
επιμήκης,επιμήκη ορθογώνιο, round-edged rectangle
a rectangular figure that has unequal adjacent sides with arched angles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oblongs
Παραδείγματα
The rug in the living room was an attractive oblong with intricate patterns.
Το χαλί στο σαλόνι ήταν ένα ελκυστικό οβάλ με περίπλοκα σχέδια.
oblong
01
οβάλ, επιμήκης
having an elongated shape as an oval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most oblong
συγκριτικός βαθμός
more oblong
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dining table had an oblong shape, comfortably seating a large number of guests.
Το τραπέζι του δείπνου είχε οβάλ σχήμα, φιλοξενώντας άνετα μεγάλο αριθμό καλεσμένων.
02
επιμήκης, επιμήκους σχήματος
(of a leaf shape) having an elongated form with nearly parallel sides and rounded ends
Παραδείγματα
The plant's oblong leaves grew in pairs along the stem.
Τα επιμήκη φύλλα του φυτού μεγάλωναν σε ζεύγη κατά μήκος του βλαστού.



























