aural
au
ˈɔ:
aw
ral
rəl
rēl
auroral

Ορισμός και σημασία του "aural"στα αγγλικά

01

αυριακός, σχετικός με μια αυρά

relating to or characterized by an aura 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, spirituality, phenomenology
02

ακουστικός, ωτικός

connected with the sense of hearing or the ear 
Παραδείγματα
The aural experience of the concert was unforgettable. 

Η ακουστική εμπειρία της συναυλίας ήταν αξέχαστη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

aurally
biaural
binaural
aural
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store