nymphet
nym
ˈnɪm
νιμ
phet
fɪt
φιτ
/nˈɪmfɪt/

Ορισμός και σημασία του "nymphet"στα αγγλικά

01

νυμφάριο, νεαρή γυναίκα ερωτικά δελεαστική

a young woman who is sexually appealing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nymphets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store