nylon stocking
ny
ˈnaɪ
ναι
lon
lɒn
λον
sto
stɒ
στο
cking
kɪng
κινγκ

Ορισμός και σημασία του "nylon stocking"στα αγγλικά

Nylon stocking
01

καλσόν νάιλον, γκασόν νάιλον

a type of long, thin socks made from a synthetic material called nylon 
nylon stocking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nylon stockings
Παραδείγματα
She wore a pair of black nylon stockings with her dress. 

Φορούσε ένα ζευγάρι μαύρες νάιλον κάλτσες με το φόρεμά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store