nutriment
nut
ˈnju:t
nyoot
ri
ri
ment
mənt
mēnt
nutrient

Ορισμός και σημασία του "nutriment"στα αγγλικά

01

θρεπτική ουσία, θρεπτικό συστατικό

any substance that provides nourishment to living organisms 
nutriment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nutriments
Παραδείγματα
Plants absorb mineral nutriments like nitrogen and phosphorus from the soil to aid photosynthesis and cellular functions. 

Τα φυτά απορροφούν θρεπτικά συστατικά όπως το άζωτο και τον φώσφορο από το έδαφος για να βοηθήσουν στη φωτοσύνθεση και τις κυτταρικές λειτουργίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store