Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nutmeg
01
μοσχοκάρυδο, μουσκοκάρυδο
the hard seed of a tropical tree that is spherical in shape and very aromatic, used as a spice to add flavor to cakes, sauces, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nutmegs
Παραδείγματα
He grated some fresh nutmeg over his hot chocolate for a warm and comforting aroma.
Έτριψε λίγο φρέσκο μοσχοκάρυδο πάνω από τη ζεστή σοκολάτα του για μια ζεστή και ανακουφιστική μυρωδιά.
02
μοσχοκάρυδο, δένδρο μοσχοκάρυδου
East Indian tree widely cultivated in the tropics for its aromatic seed; source of two spices: nutmeg and mace
to nutmeg
01
κάνω τούνελ, περνάω την μπάλα ανάμεσα από τα πόδια
(soccer) to skillfully pass or kick the ball through the opponent's legs and regain possession of it on the other side
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
nutmeg
γ΄ ενικό πρόσωπο
nutmegs
ενεστώτα μετοχή
nutmegging
απλός αόριστος
nutmegged
παθητική μετοχή
nutmegged
Παραδείγματα
The young striker's favorite move was to nutmeg defenders and sprint past them.
Η αγαπημένη κίνηση του νεαρού επιθετικού ήταν να κάνει nutmeg τους αμυντικούς και να τρέξει μπροστά τους.



























