nutlike
nut
ˈnʌt
nat
like
laɪk
laik
netlike

Ορισμός και σημασία του "nutlike"στα αγγλικά

01

σε σχήμα καρπού, που μοιάζει με καρπό

resembling a nut in shape and size 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nutlike
συγκριτικός βαθμός
more nutlike
διαβαθμίσιμο
02

καρυδάτος, με γεύση καρυδιού

having a taste or quality similar to that of a nut 
Παραδείγματα
The bread had a nutlike flavor from the walnuts added. 

Το ψωμί είχε μια γεύση ξηρών καρπών από τα προσθεμένα καρύδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store