Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nursing
01
νοσηλευτική, φροντίδα νοσηλευτικής
a field of study and profession focused on providing medical care, support, and advocacy for patients in various healthcare settings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She is studying nursing at the local university.
Σπουδάζει νοσηλευτική στο τοπικό πανεπιστήμιο.
02
θηλασμός, βοήθημα
nourishing at the breast
Λεξικό Δέντρο
nursing
nurse



























