nursemaid
Pronunciation
/ˈnɝsˌmeɪd/

Ορισμός και σημασία του "nursemaid"στα αγγλικά

01

παιδαγωγός, νηπιαγωγός

a woman who is the custodian of children
nursemaid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nursemaids
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store