nun
nun
nʌn
nan
sonruntunbun

Ορισμός και σημασία του "nun"στα αγγλικά

01

καλόγρια, μοναχή

a member of a female religious group that lives in a convent 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nuns
Παραδείγματα
The nun devoted her life to prayer and service within the convent. 

Η μοναχή αφιέρωσε τη ζωή της στην προσευχή και στην υπηρεσία μέσα στο μοναστήρι.

02

κωνικό σημαδάκι, κωνικό πλωτήρας πλοήγησης

a buoy shaped roughly like a cone, used for navigation or marking channels 
Παραδείγματα
The boat passed carefully between two nuns in the harbor. 

Το σκάφος πέρασε προσεκτικά ανάμεσα σε δύο σημαδούρες στο λιμάνι.

03

noun, noun

the fourteenth character in the Hebrew alphabet 
Παραδείγματα
The Hebrew word for faith begins with the letter nun. 

Η εβραϊκή λέξη για την πίστη ξεκινά με το γράμμα νουν.

04

Noun (αιγυπτιακή θεότητα), Noun (αιγυπτιακή θεότητα)

the Egyptian deity representing the primeval waters believed to exist before creation, considered the source of all life 
Παραδείγματα
Nun was depicted as a vast, watery abyss in Egyptian mythology. 

Νουν απεικονίστηκε ως ένας αχανής, υδάτινος άβυσσος στην αιγυπτιακή μυθολογία.

Λεξικό Δέντρο

nunnery
nun
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store