numerator
nu
ˈnju:
νγου
me
μα
ra
reɪ
ρει
tor
τα

Ορισμός και σημασία του "numerator"στα αγγλικά

01

αριθμητής, αριθμητής

Fractional number above the line 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
numerators
Παραδείγματα
In the fraction 3/4, the numerator is 3. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

numerator
numerate
numer
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store