Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to numerate
01
μετρώ, καθορίζω τον αριθμό
determine the number or amount of
02
απαριθμώ, διαβάζω δυνατά τους γραπτούς αριθμούς
read out loud as words written numbers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
numerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
numerates
ενεστώτα μετοχή
numerating
απλός αόριστος
numerated
παθητική μετοχή
numerated
numerate
01
αριθμητικός, ικανός να κατανοεί και να χρησιμοποιεί αριθμούς
able to understand and use numbers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most numerate
συγκριτικός βαθμός
more numerate
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
numeration
numerator
numerate
numer



























