to numerate
nu
ˈnju:
nyoo
me
rate
reɪt
reit

Ορισμός και σημασία του "numerate"στα αγγλικά

to numerate
01

μετρώ, καθορίζω τον αριθμό

determine the number or amount of 
to numerate definition and meaning
02

απαριθμώ, διαβάζω δυνατά τους γραπτούς αριθμούς

read out loud as words written numbers 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
numerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
numerates
ενεστώτα μετοχή
numerating
απλός αόριστος
numerated
παθητική μετοχή
numerated
01

αριθμητικός, ικανός να κατανοεί και να χρησιμοποιεί αριθμούς

able to understand and use numbers 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most numerate
συγκριτικός βαθμός
more numerate
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

numeration
numerator
numerate
numer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store