Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Notebook
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
notebooks
Παραδείγματα
He writes down his ideas and thoughts in his notebook.
Γράφει τις ιδέες και τις σκέψεις του στο σημειωματάριό του.
02
a small compact portable computer
Παραδείγματα
She uses her notebook to run engineering simulations in the field.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
notebook
note
book



























