nose job
nose
noʊz
νουζ
job
ʤɑ:b
τζαμπ
/nˈəʊz dʒˈɒb/

Ορισμός και σημασία του "nose job"στα αγγλικά

01

ρινοπλαστική, χειρουργική της μύτης

a surgical procedure performed on someone's nose that changes its appearance to make it look more attractive
nose job definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nose jobs
Παραδείγματα
Recovery from a nose job typically involves swelling and discomfort for the first few weeks.
Η ανάρρωση από μια ρινοπλαστική συνήθως περιλαμβάνει πρήξιμο και δυσφορία για τις πρώτες εβδομάδες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store