Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nose job
01
ρινοπλαστική, χειρουργική της μύτης
a surgical procedure performed on someone's nose that changes its appearance to make it look more attractive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nose jobs
Παραδείγματα
She decided to undergo a nose job to correct a deviated septum that was causing breathing problems.
Αποφάσισε να υποβληθεί σε ρινοπλαστική για να διορθώσει μια αποκλίνουσα ρινική μεσότοιχο που προκαλούσε προβλήματα αναπνοής.



























