Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
northwesterly
01
βορειοδυτικός, προς τη βορειοδυτική κατεύθυνση
located in or facing the direction of the northwest
Παραδείγματα
The ship set sail in a northwesterly direction, heading toward the open sea.
Το πλοίο ξεκίνησε σε βορειοδυτική κατεύθυνση, κατευθυνόμενο προς την ανοιχτή θάλασσα.
02
βορειοδυτικός, προέρχεται από τα βορειοδυτικά
originating from or moving in the direction of the northwest
Παραδείγματα
The northwesterly current pushed the ship off course.
Το βορειοδυτικό ρεύμα έβγαλε το πλοίο εκτός πορείας.
Λεξικό Δέντρο
northwesterly
north
westerly



























