Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
northeastern
01
βορειοανατολικός, northeastern
located in or oriented toward the northeastern part of a place, region, or area
Παραδείγματα
The northeastern part of the city is known for its historical landmarks.
Το βορειοανατολικό τμήμα της πόλης είναι γνωστό για τα ιστορικά του αξιοθέατα.
02
βορειοανατολικός, του βορειοανατολικού
of a region of the United States generally including the New England states; New York; and sometimes New Jersey and Pennsylvania
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























