Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Norse
01
Νορβηγός, κάτοικος της Νορβηγίας
a native or inhabitant of Norway
02
παλαιά σκανδιναβική γλώσσα, νορβηγική γλώσσα
a north Germanic language that was common among Scandinavians in the past
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
03
Σκανδιναβός, Νορβηγός
an inhabitant of Scandinavia
norse
01
νορβηγικός, νορδικός
of or relating to Norway or its people or culture or language
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
νορβηγικός, σκανδιναβικός
of or relating to Scandinavia or its peoples or cultures



























