Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Normalcy
01
κανονικότητα, κανονική κατάσταση
the state or quality of being standard or expected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
κανονικότητα, τακτικότητα
being within certain limits that define the range of normal functioning



























