normalcy
nor
ˈnɔ:
naw
mal
məl
mēl
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "normalcy"στα αγγλικά

01

κανονικότητα, κανονική κατάσταση

the state or quality of being standard or expected 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

κανονικότητα, τακτικότητα

being within certain limits that define the range of normal functioning 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store