au pair
au
əʊpeə
ewpe
pair

Ορισμός και σημασία του "au pair"στα αγγλικά

01

ένα νεαρό κορίτσι au pair, ένας νεαρός au pair

a young individual, often a woman, who lives abroad with a family to learn the language, and helps in the house and takes care of children for some money 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
au pairs
αρσενικό ενικό
au pair (male au pair)
θηλυκό ενικό
au pair
neutral form
live-in helper
Παραδείγματα
She traveled abroad to work as an au pair for a family in France. 

Ταξίδεψε στο εξωτερικό για να εργαστεί ως au pair για μια οικογένεια στη Γαλλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store