Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nondescript
01
ασήμαντος, κοινός
lacking in the qualities that make something or someone stand out or appear special, often appearing plain or ordinary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nondescript
συγκριτικός βαθμός
more nondescript
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The book ’s cover was so nondescript that I almost overlooked it.
Το εξώφυλλο του βιβλίου ήταν τόσο ασήμαντο που σχεδόν το προσπέρασα.
Nondescript
01
ένας ασήμαντος άνθρωπος, ένα άτομο χωρίς διακριτικά χαρακτηριστικά
someone who is not easily classified and lacks distinctive or interesting qualities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nondescripts
Παραδείγματα
The office was full of nondescripts who kept their heads down and avoided drama.
Το γραφείο ήταν γεμάτο ασήμαντα άτομα που κρατούσαν το κεφάλι κάτω και απέφευγαν το δράμα.



























