nonconformist
non
nɑ:n
ναν
con
kən
καν
for
fɔr
φορ
mist
mɪst
μιστ
/nˌɒnkənfˈɔːmɪst/

Ορισμός και σημασία του "nonconformist"στα αγγλικά

01

μη συμμορφούμενος, διαφωνών

a Protestant in England who is not a member of the Church of England
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nonconformists
02

μη συμμορφούμενος, αντάρτης

someone who refuses to conform to established standards of conduct
nonconformist
01

μη συμμορφούμενος

not adhering to established traditions or norms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonconformist
συγκριτικός βαθμός
more nonconformist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The nonconformist thinker challenged societal norms with radical ideas that questioned established beliefs and practices.
Ο μη συμμορφούμενος στοχαστής αμφισβήτησε τις κοινωνικές νόρμες με ριζοσπαστικές ιδέες που αμφισβήτησαν καθιερωμένες πεποιθήσεις και πρακτικές.
02

μη συμμορφούμενος, αποστατικός

not conforming to established customs or doctrines especially in religion
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store