Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nonconformist
01
μη συμμορφούμενος, διαφωνών
a Protestant in England who is not a member of the Church of England
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nonconformists
02
μη συμμορφούμενος, αντάρτης
someone who refuses to conform to established standards of conduct
nonconformist
01
μη συμμορφούμενος
not adhering to established traditions or norms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonconformist
συγκριτικός βαθμός
more nonconformist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The nonconformist thinker challenged societal norms with radical ideas that questioned established beliefs and practices.
Ο μη συμμορφούμενος στοχαστής αμφισβήτησε τις κοινωνικές νόρμες με ριζοσπαστικές ιδέες που αμφισβήτησαν καθιερωμένες πεποιθήσεις και πρακτικές.
02
μη συμμορφούμενος, αποστατικός
not conforming to established customs or doctrines especially in religion
Λεξικό Δέντρο
nonconformist
conformist
conform



























