nonconformist
non
ˌnɒn
νον
con
kən
καν
for
ˈfɔ:
φο
mist
mɪst
μιστ
conformistreformist

Ορισμός και σημασία του "nonconformist"στα αγγλικά

01

μη συμμορφούμενος, διαφωνών

a Protestant in England who is not a member of the Church of England 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nonconformists
02

μη συμμορφούμενος, αντάρτης

someone who refuses to conform to established standards of conduct 
nonconformist
01

μη συμμορφούμενος

not adhering to established traditions or norms 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonconformist
συγκριτικός βαθμός
more nonconformist
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, society, ideology
Παραδείγματα
The artist's nonconformist approach to painting challenged traditional techniques and styles, leading to a unique and groundbreaking body of work. 

Η μη συμμορφούμενη προσέγγιση του καλλιτέχνη στη ζωγραφική αμφισβήτησε τις παραδοσιακές τεχνικές και στυλ, οδηγώντας σε ένα μοναδικό και πρωτοποριακό έργο.

02

μη συμμορφούμενος, αποστατικός

not conforming to established customs or doctrines especially in religion 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nonconformist
conformist
conform
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store