nonagenarian
no
ˌnəʊ
new
na
ge
ʤɪ
ji
na
ˈneə
ne
rian
riən
riēn

Ορισμός και σημασία του "nonagenarian"στα αγγλικά

01

ενενηντάχρονος, άτομο ηλικίας 90 έως 99 ετών

a person whose age is between 90 and 99 years 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nonagenarians
Παραδείγματα
The nonagenarian celebrated her 95th birthday with family and friends. 

Η ενενηντάχρονη γιόρτασε τα 95α γενέθλιά της με την οικογένεια και τους φίλους της.

nonagenarian
01

ενενηντάχρονος, σε ηλικία μεταξύ ενενήντα και ενενήντα εννέα ετών

having an age between 90 to 99 years old 
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The nonagenarian celebration marked a remarkable milestone in the community. 

Ο εορτασμός του ενενηκονταετούς σημείωσε ένα αξιοσημείωτο ορόσημο στην κοινότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store