Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonaddictive
01
μη εθιστικό
(of drugs) not causing physical or psychological dependence, even with repeated use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonaddictive
συγκριτικός βαθμός
more nonaddictive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Consumers prefer non-addictive products for managing stress without harmful side effects.
Οι καταναλωτές προτιμούν μη εθιστικά προϊόντα για τη διαχείριση του άγχους χωρίς βλαπτικές παρενέργειες.
Λεξικό Δέντρο
nonaddictive
addictive
addict



























