Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonaddictive
01
μη εθιστικό
(of drugs) not causing physical or psychological dependence, even with repeated use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonaddictive
συγκριτικός βαθμός
more nonaddictive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, drugs, health
Παραδείγματα
The doctor recommended a non-addictive pain medication for long-term use.
Ο γιατρός συνέστησε ένα μη εθιστικό παυσίπονο για μακροχρόνια χρήση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonaddictive
addictive
addict



























