Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Non
01
μηδενικό, μηδέν
an unimportant, insignificant, or worthless person
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nons
Παραδείγματα
The non couldn't even get a callback after the interview.
Ο νόν δεν μπόρεσε καν να λάβει μια ανταπόκριση μετά τη συνέντευξη.
non-
01
μη-
used for saying that something or someone is not what the following word suggests



























