Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nominative
01
ονομαστική, πτώση ονομαστική
a grammatical case used for the subject of a sentence or clause
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nominatives
Παραδείγματα
The teacher explained the importance of identifying the nominative to determine the subject of a sentence.
Ο δάσκαλος εξήγησε τη σημασία της αναγνώρισης της ονομαστικής για τον προσδιορισμό του υποκειμένου μιας πρότασης.
nominative
01
ονομαστική, σχετικός με την ονομαστική πτώση
(in the grammar of some languages) connected with or denoting a case of nouns, pronouns or adjectives when they are the subject of the verb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
νομαστικός, διορισμένος με υποψηφιότητα
appointed by nomination
03
ονομαστική, ονομασμένος
named; bearing the name of a specific person



























