attorney
a
ə
α
ttor
ˈtɜr
τερρ
ney
ni
νι
/ɐtˈɜːni/

Ορισμός και σημασία του "attorney"στα αγγλικά

01

δικηγόρος, νομικός εκπρόσωπος

a lawyer who represents someone in a court of law
attorney definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
attorneys
Παραδείγματα
The attorney advised her on the best course of action for the lawsuit.
Ο δικηγόρος της συμβούλευσε για την καλύτερη πορεία δράσης για τη δίκη.

Λεξικό Δέντρο

attorneyship
attorney
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store