Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ninja
01
ένας νίντζα, ένας Ιάπωνας μυστικός πολεμιστής
a class of 14th century Japanese who were trained in martial arts and were hired for espionage and assassinations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ninjas
02
ένας νίντζα, ένας πολεμιστής νίντζα
a member of the ninja who were trained in martial arts and hired for espionage or sabotage or assassinations; a person skilled in ninjutsu
to ninja
01
νίντζα, ενεργώ σαν νίντζα
to post or act immediately before someone else in a thread, superseding their response
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ninja
γ΄ ενικό πρόσωπο
ninjas
ενεστώτα μετοχή
ninjaing
απλός αόριστος
ninja'd
παθητική μετοχή
ninja'd
Παραδείγματα
Do n't try to ninja someone's advice; it's rude.
Μην προσπαθείτε να νίντζα τη συμβουλή κάποιου· είναι αγενές.



























