Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to attenuate
01
εξασθενίζω, μειώνομαι σταδιακά
to gradually decrease in strength, value, or intensity
Intransitive
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
attenuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
attenuates
ενεστώτα μετοχή
attenuating
απλός αόριστος
attenuated
παθητική μετοχή
attenuated
Παραδείγματα
The effectiveness of the treatment has attenuated over time.
Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας έχει εξασθενήσει με το πέρασμα του χρόνου.
02
εξασθενίζω, αραιώνω
to dilute or reduce the consistency of a substance
Transitive: to attenuate a substance
επίσημο
Παραδείγματα
She attenuated the paint by mixing it with water to create a more translucent effect on the canvas.
Απέθλιψε το χρώμα αναμιγνύοντάς το με νερό για να δημιουργήσει ένα πιο διάφανο εφέ στον καμβά.
03
ελαττώνω, μειώνω
to take away from something's effect, value, size, power, or amount
Transitive: to attenuate sth
επίσημο
Παραδείγματα
The noise-canceling headphones helped to attenuate the loud sounds of the city streets.
Τα ακουστικά με ακύρωση θορύβου βοήθησαν να ελαττώσουν τους δυνατούς ήχους των δρόμων της πόλης.
attenuate
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most attenuate
συγκριτικός βαθμός
more attenuate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His attenuate enthusiasm for the project was evident as he spoke in a quiet voice.
Ο εξασθενημένος ενθουσιασμός του για το έργο ήταν εμφανής καθώς μιλούσε με χαμηλή φωνή.
Λεξικό Δέντρο
attenuated
attenuation
attenuator
attenuate
attenu



























