Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to attenuate
01
εξασθενίζω, μειώνομαι σταδιακά
to gradually decrease in strength, value, or intensity
Intransitive
formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
attenuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
attenuates
ενεστώτα μετοχή
attenuating
απλός αόριστος
attenuated
παθητική μετοχή
attenuated
Παραδείγματα
Without proper maintenance, the performance of the machine will attenuate.
Χωρίς κατάλληλη συντήρηση, η απόδοση του μηχανήματος θα εξασθενίσει.
02
εξασθενίζω, αραιώνω
to dilute or reduce the consistency of a substance
Transitive: to attenuate a substance
formal
Παραδείγματα
The pharmacist attenuated the medication by mixing it with a syrup base to make it easier to swallow.
Ο φαρμακοποιός απέθλυνε το φάρμακο αναμιγνύοντάς το με μια βάση σιρόπιου για να το κάνει πιο εύκολο στην κατάποση.
03
ελαττώνω, μειώνω
to take away from something's effect, value, size, power, or amount
Transitive: to attenuate sth
formal
Παραδείγματα
The dike was built to attenuate the force of the river's floodwaters and protect the surrounding area.
Το ανάχωμα χτίστηκε για να ελαττώσει τη δύναμη των πλημμυρικών νερών του ποταμού και να προστατεύσει την περιβάλλουσα περιοχή.
attenuate
formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most attenuate
συγκριτικός βαθμός
more attenuate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientist studied the attenuate effects of the vaccine on the virus.
Ο επιστήμονας μελέτησε τις εξασθενημένες επιδράσεις του εμβολίου στον ιό.
Λεξικό Δέντρο
attenuated
attenuation
attenuator
attenuate
attenu



























