attentive
a
ə
α
tten
ˈtɛn
τεν
tive
tɪv
τιβ
/əˈtɛntɪv/

Ορισμός και σημασία του "attentive"στα αγγλικά

01

προσεκτικός, συγκεντρωμένος

focusing with interest or concentration
attentive definition and meaning
Παραδείγματα
The audience was attentive throughout the performance.
Το κοινό ήταν προσεκτικό καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης.
02

προσεκτικός, στοργικός

giving care, consideration, or thoughtful attention to someone's needs or comfort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most attentive
συγκριτικός βαθμός
more attentive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She remained attentive to her elderly grandmother throughout the visit.
Παραμένει προσεκτική στη γηραιά γιαγιά της καθ' όλη τη διάρκεια της επίσκεψης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store