Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nihilistic
01
μηδενιστικός, σχετικός με τον μηδενισμό
relating to the belief that life lacks inherent meaning or value, often resulting in existential despair or doubt towards conventional beliefs and moral systems
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most nihilistic
συγκριτικός βαθμός
more nihilistic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The nihilistic protagonist in the novel believes that life is ultimately meaningless and devoid of purpose.
Ο νιχιλιστικός πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα πιστεύει ότι η ζωή είναι τελικά χωρίς νόημα και σκοπό.
Λεξικό Δέντρο
nihilistic
nihilist
nihil



























