Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nihilism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nihilisms
Παραδείγματα
Political nihilism often manifests as distrust of governments.
Ο πολιτικός νιχιλισμός συχνά εκδηλώνεται ως δυσπιστία προς τις κυβερνήσεις.
02
μηδενισμός, μηδενισμός
the belief that nothing exists and that life, self, and reality are ultimately meaningless
Παραδείγματα
He sank into nihilism, feeling that life had no substance or purpose.
Βυθίστηκε στον μηδενισμό, αισθανόμενος ότι η ζωή δεν είχε ουσία ή σκοπό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nihilism
nihil



























