nihilism
Pronunciation
/ˈnaɪəˌɫɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "nihilism"στα αγγλικά

01

μηδενισμός, μηδενισμός

the rejection or denial of all established authority, values, and institutions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nihilisms
Παραδείγματα
Nihilism can lead to radical skepticism about law and order.
Ο νιχιλισμός μπορεί να οδηγήσει σε ριζοσπαστικό σκεπτικισμό σχετικά με το νόμο και την τάξη.
02

μηδενισμός, μηδενισμός

the belief that nothing exists and that life, self, and reality are ultimately meaningless
Παραδείγματα
The poem captures the emptiness and despair of nihilism.
Το ποίημα συλλαμβάνει το κενό και την απελπισία του μηδενισμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store