Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nighttime
01
νύχτα, νυχτερινή ώρα
the time when the sun is down and it is dark outside
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nighttime
night
time



























