Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Night-light
01
νυχτερινό φως, λαμπάκι νυχτερινό
a small, low-intensity light source used to provide a gentle illumination during nighttime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
night-lights



























