access road
ac
ˈæk
αικ
cess
sɛs
σεσ
road
rəʊd
ρεουντ

Ορισμός και σημασία του "access road"στα αγγλικά

01

δρόμος πρόσβασης, οδός εισόδου

a road providing access to another road or to a specific place 
access road definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
access roads
Παραδείγματα
The access road to the new shopping center is still under construction. 

Ο δρόμος πρόσβασης στο νέο εμπορικό κέντρο είναι ακόμα υπό κατασκευή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store