to nictitate
Pronunciation
/nˈɪktᵻtˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "nictitate"στα αγγλικά

to nictitate
01

κλείνω τα μάτια στιγμιαία, κλείνω τα μάτια για λίγο

briefly shut the eyes
to nictitate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nictitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
nictitates
ενεστώτα μετοχή
nictitating
απλός αόριστος
nictitated
παθητική μετοχή
nictitated

Λεξικό Δέντρο

nictitation
nictitate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store