Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nictitate
01
κλείνω τα μάτια στιγμιαία, κλείνω τα μάτια για λίγο
briefly shut the eyes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nictitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
nictitates
ενεστώτα μετοχή
nictitating
απλός αόριστος
nictitated
παθητική μετοχή
nictitated
Λεξικό Δέντρο
nictitation
nictitate



























