Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Newsstand
01
περίπτερο εφημερίδων, πωλητής εφημερίδων
a stand or stall on a street, etc. where newspapers, magazines, and sometimes books are sold
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
newsstands
Παραδείγματα
He stopped at the newsstand to buy the morning paper.
Σταμάτησε στο περίπτερο εφημερίδων για να αγοράσει την πρωινή εφημερίδα.
Λεξικό Δέντρο
newsstand
news
stand



























