newt
Pronunciation
/ˈnut/

Ορισμός και σημασία του "newt"στα αγγλικά

01

τρίτων, υδρόβια σαλαμάνδρα

a semi-aquatic amphibian related to salamanders that is cold-blooded and has a long tail
newt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
newts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store