neutrophil
neut
ˈnju:t
nyoot
ro
phil
fɪl
fil
neutrophile

Ορισμός και σημασία του "neutrophil"στα αγγλικά

01

ουδετερόφιλο, ουδετερόφιλος κοκκίοκυτταρο

a type of white blood cell that helps defend the body against bacterial infections by engulfing and destroying bacteria 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
neutrophils
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store