Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Neonate
01
νεογέννητο, νεογνό
a recently born organism, especially a newborn baby or an animal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
neonates
Παραδείγματα
The neonate ’s vital signs were checked regularly to ensure proper development.
Τα ζωτικά σημεία του νεογέννητου ελέγχονταν τακτικά για να διασφαλιστεί η σωστή ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
neonatal
neonate



























