Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Neology
01
νεολογία, δημιουργία νέων σημασιών
the action of inventing a new meaning for an existing word or phrase
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
νεολογία, νέα εφευρεθείσα λέξη ή φράση
a newly invented word or phrase
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
neologism
neologist
neology
neo



























