neology
neo
ˈni:ɒ
nio
lo
gy
ʤi
ji

Ορισμός και σημασία του "neology"στα αγγλικά

01

νεολογία, δημιουργία νέων σημασιών

the action of inventing a new meaning for an existing word or phrase 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

νεολογία, νέα εφευρεθείσα λέξη ή φράση

a newly invented word or phrase 

Λεξικό Δέντρο

neologism
neologist
neology
neo
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store