neofolk
neo
ˈni:əʊ
νιεου
folk
fəʊk
φεουκ
apocalyptic folk

Ορισμός και σημασία του "neofolk"στα αγγλικά

01

νεοφόλκ, μοντέρνα φολκ

a genre blending folk, acoustic, and modern elements with philosophical or mythological themes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
neofolks

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

neofolk

neo

+

folk

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store