neolithic
Pronunciation
/ˈnioʊˌɫɪθɪk/

Ορισμός και σημασία του "neolithic"στα αγγλικά

01

νεολιθική εποχή, νεολιθικός

latest part of the Stone Age beginning about 10,000 BC in the Middle East (but later elsewhere)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
01

νεολιθικός, σχετικός με τη νεολιθική εποχή

related to the latest part of the Stone Age when humans used stones as tools and weapons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store