Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
needlessly
01
άσκοπα, χωρίς ανάγκη
without necessity or a valid reason
Παραδείγματα
The argument escalated needlessly over a minor disagreement that could have been resolved calmly.
Η διαφωνία άσκοπα κλιμακώθηκε από μια μικρή διαφωνία που θα μπορούσε να είχε λυθεί ήρεμα.
Λεξικό Δέντρο
needlessly
needless
need



























